αλτρουισμός

αλτρουισμός
ο
ανιδιοτελής φροντίδα για τους άλλους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. altruisme].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • αλτρουισμός — ο (λ. λατιν.), η φιλαλληλία, η χωρίς υστεροβουλία αγάπη για το συνάνθρωπο: Ο όρος αλτρουισμός καθιερώθηκε από το Γάλλο φιλόσοφο Oγκ. Κοντ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγάπη — (θρησκ.).Στον χριστιανισμό, αρετή που ρυθμίζει έτσι τις σχέσεις των ανθρώπων, ώστε ο οποιοσδήποτε πλησίον να θεωρείται ως ο ίδιος ο εαυτός μας. Η έννοια της α. προϋπήρχε του χριστιανισμού, αλλά ο χριστιανισμός την ολοκλήρωσε διδάσκοντας τη θετική …   Dictionary of Greek

  • φιλαλληλία — η, ΝΜΑ [φιλάλληλος] η αγάπη προς τον πλησίον, προς τον συνάνθρωπο, αλτρουισμός …   Dictionary of Greek

  • Μάντεβιλ, Μπέρναρντ ντε- — (Bernard de Mandeville, Ντόρντρεχτ, Ρότερνταμ 1670 – Χάκνι, Λονδίνο 1733). Άγγλος γιατρός και φιλόσοφος ολλανδικής καταγωγής. Γεννήθηκε στο Ντόρντεχτ της Ολλανδίας και σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, απ’ όπου αποφοίτησε το 1691,… …   Dictionary of Greek

  • Μπένθαμ, Τζέρεμι — (Jeremy Bentham, Λονδίνο 1748 – 1832). Άγγλος οικονομολόγος και φιλόσοφος, θεωρητικός του ωφελιμισμού. Αφού τελείωσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, επιδόθηκε στη δικηγορία, για να την εγκαταλείψει όμως γρήγορα, απογοητευμένος από… …   Dictionary of Greek

  • φιλαλληλία — η 1. η αγάπη για τον πλησίον, το να αγαπάει ο ένας τον άλλο, ο αλτρουισμός. 2. η αυτοθυσία, η έλλειψη φιλαυτίας, η αυταπάρνηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”